“My name is Lucy Barton”: Ένα γράμμα από την ΝΥ

Written by on 24 Φεβρουαρίου, 2020

Η Μικέλα Μανωλουδάκη είδε την Laura Linney στο “My name is Lucy Barton”, ένα one woman show που άφησε (ήδη) εποχή και κατέγραψε τις σκέψεις της για εμάς.

Εκείνο το βράδυ

“Η μοναξιά ήταν η πρώτη γεύση που δοκίμασα στη ζωή…και βρισκόταν πάντα εκεί…κρυμμένη στις σχισμές του στόματός μου… για να θυμάμαι…”

Οι γραμμές αυτές αντήχησαν σαν δυνατός κρότος μέσα στο αμυδρό φως που διαχέονταν στη θεατρική σκηνή  “Samuel J Friedman”, το βράδυ της περασμένης Παρασκευής.
Σε μια απόπειρα του σκηνοθέτη Richard Eyre και της θεατρικής συγγραφέως Rona Munro να μεταφέρουν στο σανίδι το best seller βιβλίο της βραβευμένης με Πούλιτζερ, Elizabeth Strout, με τίτλο “My name is Lucy Barton”.

Το one-woman show, παραγωγή του London Theatre Company, αφού έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο με ένα σύντομο πέρασμα από τη σκηνή Bridge Theatre του Λονδίνου, άνοιξε την αυλαία του στο Broadway (δες εδώ μια παλαιότερη επίσκεψη της Μικέλας σε αυτό). Μέχρι και τα τέλη Φεβρουαρίου, η τεράστια προσέλευση του κόσμου χαρίζει διαδοχικές sold out παραστάσεις.
Και είναι λογικό να συμβαίνει αυτό όταν ο θίασος σου απαρτίζεται από την εξαιρετική ηθοποιό που ακούει στο όνομα Laura Linney. Την performer που καταφέρνει αδιαλείπτως τα τελευταία χρόνια -παράλληλα με την θεατρική της δράση- να μας κινεί το ενδιαφέρον. Και να δηλώνει παρούσα με την αξιόλογη κινηματογραφική της «σοδειά».

Μια γυναίκα, μία ιστορία, μία απίθανη ηθοποιός

Η ηθοποιός, η οποία έγινε γνωστή στο (νέο)ευρύ κοινό ως Wendy, από το Ozarkικο αριστούργημα του Netflix, παλεύει να αντιληφθεί την ιστορία της ζωής της μέσα από το πρίσμα της ενοχής. Όπως επίσης και της άρνησης, του κοινωνικού αποκλεισμού και της μη αποδοχής από την οικογένεια της. 
Η ιστορία εκτυλίσσεται στην κλίνη ενός νοσοκομείου στην Νέα Υόρκη, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Εκεί που η Lucy Barton νοσηλεύονταν για ενενήντα μέρες λόγω κάποιων επιπλοκών που παρουσιάστηκαν μετά από μια, κατά τ’ άλλα, επέμβαση ρουτίνας. Το στοιχείο πλοκής που πυροδοτεί την ιστορία, είναι η ξαφνική παρουσία της μητέρας της, μετά από πολλά χρόνια αποχής. Η εμφάνιση της φαντάζει άλλοτε ως απειλή, άλλοτε ως παρηγοριά και άλλοτε ως…αποκύημα της φαντασίας της.

Η Lucy είναι μια φθασμένη συγγραφέας που από τα πρώιμα της χρόνια καταφεύγει στην γραφή για να κάνει, όπως η ίδια παραδέχεται, τον κόσμο γύρω της να νιώσει λιγότερη μοναξιά. Η αφόρητη μοναξιά, κατά την παιδική και εφηβική της ηλικία, παρουσιάζεται σαν μια χρόνια ασθένεια που δείχνει να την κατακυριεύει. Όχι μόνο λόγω της στέρησης που προέρχονταν από τις κοινωνικοικονομικές συνθήκες διαβίωσης στην μικρή επαρχιακή κωμόπολη του Ιλινόις, από όπου κατάγονταν. Αλλά κυρίως, λόγω της ψυχολογικής βίας που υπέστη συχνά από τον ψυχικά διαταραγμένο πατέρα της και την απούσα μητέρα της.

Οι αποτρόπαιες περιγραφές της Lucy που ακολουθούν, απεικονίζονται πρωτίστως στις ρωγμές του προσώπου της, προτού καν τολμήσει να τις μοιραστεί μαζί μας. Επίσης συνοδεύονται από μια χαρακτηριστικά απόκοσμη ουδετερότητα στη φωνή κι ένα ελαφρύ τρέμουλο. Μικρές λεπτομέρειες δηλαδή που συνθέτουν από νωρίς το τραγικό πορτρέτο της ηρωίδας.

Η αποδοχή που δεν έρχεται ποτέ

Η μητέρα της, της οποίας το όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ, αρχίζει να την αποκαλεί με το παιδικό της ψευδώνυμο “Wizzle” και να εξιστορεί με χιούμορ, περιπέτειες από τις ζωές των ανθρώπων της φτωχικής κοινότητας. Η Lucy, τουλάχιστον στην αρχή, αποζητά την φωνή της μητέρας της, η οποία φαίνεται να την καθησυχάζει. Nιώθει μια ανεξήγητη ασφάλεια, όπως το έμβρυο στη μήτρα, ακούγοντας την να διηγείται ιστορίες. Στην πορεία, όμως, οι διηγήσεις αυτές της επαναφέρουν μνήμες από την πόλη όπου ζούσαν για χρόνια ως κοινωνικοί παρίες. Καθώς επίσης τις φέρνουν στο μυαλό εικόνες περιοδικής κακοποίησης από τους γονείς της. 

Επανερχόμενη στο παρόν, το μόνο που αποζητά απεγνωσμένα  από την μητέρα της, το βράδυ εκείνο, είναι να την ρωτήσει «πώς είναι η ζωή σου Lucy;». H ενήλικη Lucy έχει την ανάγκη να ακουστεί χωρίς δισταγμό και να σκεφτεί φωναχτά: «Μαμά, έχω δημοσιεύσει δύο ιστορίες». Λίγα λεπτά αργότερα, η απάντηση που λαμβάνει είναι η βροντερή, απορημένη της σιωπή. H ηρωίδα επιθυμεί όσο τίποτα άλλο την επιβράβευση της μητέρας, την αποδοχή της. Εκείνη όμως είναι ανίκανη να της προσφέρει αυτό που λαχταρά.

Οι εικόνες αυτές διαδραματίζονταν τόσο κοντά μου που είχα την αίσθηση ότι συμπρωταγωνιστούσα στο πλευρό της Laura Linney.
Στην ανυψωμένη σκηνή του θεάτρου, πάνω στην οποία κυριολεκτικά καθόμουν, είχα την τύχη να την απολαμβάνω από απόσταση αναπνοής. Την κάθε ρυτίδα μορφασμού της, την καθάρια έκφρασή της, την μαγεία του λιτού της λόγου.
Η Linney αποτελεί το απόλυτο match της ιστορίας της Strout, γιατί αυτή ξέρει καλά πώς να την πει. Η ευμετάβλητη αυτή καλλιτέχνιδα, γνωρίζει πώς να ακροβατεί ανάμεσα στην κομψή απλότητα και την πολυπλοκότητα. Αλλά και την στωικότητα και την εύθραυστη ειλικρίνεια που απορρέει από το κείμενο. Ένδειξη αυτού είναι ότι στο έργο υποδύεται και τους δυο ρόλους αψεγάδιαστα, με μια ανάσα.

Μια χώρα σε φόντο

Στο φόντο δεσπόζουν τρία λευκά πάνελ, το ένα πίσω από το άλλο, τα οποία σχηματίζουν μια αυτοσχέδια οθόνη με καλειδοσκοπικές προβολές. Βίντεο και επεξηγηματικά σκηνικά συνδεδεμένα με τις εκάστοτε αφηγήσεις και παράλληλα με τις στιγμές που καθόρισαν τη ζωή της Lucy. Άλλοτε προβάλλονταν οι ήπιες, κυματιστές φυτείες καλαμποκιού και το μοναχικό δέντρο στο ερημωμένο λιβάδι- στοιχεία που θυμίζουν την επαρχία του Ιλινόις. Άλλοτε το σκοτεινό, αποκρουστικό εσωτερικό του φορτηγού που οι γονείς της χρησιμοποιούσαν για να την κλειδώνουν μέσα.

Το πιο αξιομνημόνευτο από όλα, όμως, ήταν η θέα από το παράθυρο στο δωμάτιο του νοσοκομείου απ’ όπου βλέπουμε τo skyline του Μανχάταν με τον εκτυφλωτικά επιβλητικό ουρανοξύστη Chrysler να φέγγει στο βάθος. Η εικόνα αυτή συμβολίζει το νέο status της ζωής της Lucy στην πόλη. Μια πόλη που την προτρέπει να γίνει αμείλικτη. Να έρθει αντιμέτωπη με το ζοφερό της παρελθόν και τον στερημένο της εαυτό. Και να γίνει όλα αυτά που θέλει να είναι.

Το κτίριο Chrysler  φαίνεται να έχει την ίδια σημειολογική σημασία που έχει και για τον Gatsby το πράσινο φως στην προβλήτα της Daisy.  Μετουσιώνει τα όνειρα της και την ελπίδα της, ενδεχομένως, να συμφιλιωθεί με τις προσωπικές της αλήθειες, να ξαναγράψει την ιστορία της από την αρχή.

Με ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα στα χείλη η Lucy ρίχνει τους τίτλους τέλους με την παραδοχή ότι “η ζωή συνεχώς με εκπλήσσει”. Μετά από μια τέτοια διαδρομή, πως μπορεί κανείς να ισχυριστεί το αντίθετο;


Join Radio

#ΑλλαξεΤονΑεραΣου

Current track

Title

Artist

 

Background